Abbildungen der Seite

άγγελοι του Θεού-and this passage in their translation has also given occasion to many absurd fancies: as though the Angels of God assumed the corporeal nature of men, and intermarried with their daughters. Whereas, the interpretation given by the best authorities, is nothing more than, that men of a bigher or better order took wives of a degraded character.

These are very extraordinary occurrences of the word ayyeros; and more especially, that in which St. Paul has adopted the interpolation (if it be such) of the LXX-whether they have any bearing, and how they bear upon the text in question, must be determined by more competent interpreters.

It is observable that St. Paul sometimes quoted from the LXX.

Under these preliminaries, I doubt whether it be not less presumptuous to leave out the three extraordinary words, than to condemn the dyyérous as a clerical error.


NOTICE OF CANARES, a Poem in Modern Greek, by NICHOLAS

MANIAKES, Student of Trin. Coll., Cambridge. To which is added, a Pean, or GREEK WAR SONG, translated from the English by the same author.

Notwithstanding the excesses by which the Greeks have in some instances stained the glory of their victories, and notwithstanding the perverse manner in which writers on both sides have attempted to identify the Greek cause with others of more questionable justice, and with which it has no natural connexion, it is difficult, we think, for a generous mind, not blinded by party, to withhold its sympathy from the struggle now carrying on between the people of Greece and their immemorial oppressors. That facts have been invented and distorted to serve a particular purpose, that gross misconceptions have prevailed on the subject, and extravagant hopes excited, we are not disposed to deny; but as little can we disguise from ourselves, that all the concessions, which can be fairly made to the opponents of the Greek cause, leave the justice of that cause untouched and unaffected. On questions of political expediency, or controversies respecting national rights, all are not qualified to form an opinion ; but the spectacle of a great community, rising to free themselves from intolerable and otherwise irremediable injuries, is one which all can comprehend; it addresses itself to the heart, and requires no depth of political insight to render it intelligible, or to establish its claims to our good wishes. And the state of public feeling thus resulting, derives no small addition from the circumstance of those, in whose behalf it is excited, being a Christian people, and the descendants of the ancient Greeks. It is, therefore, without surprise, however worthy we may have deemed it for congratulation, that we have perceived the unanimity which seems to prevail among all parties on this interesting subject, and in which our own readers, above all others, may be expected to participate.

It will be supposed that the native muses of Greece have not been silent on this occasion. The poem before us is the work of Nicolas Maniakes, a native (we believe) of Ithaca, now a student at Trinity College, Cambridge. Its subject is the defeat and conflagration of the Turkish feet in the bay of Tenedos, by Captain Canares and a force of Ipsariots ; together with certain exploits of the Suliotes under Bozaris, which took

place about the same time. It is a miniature epic, written in
the well-knowo political metre, the present heroic verse of the
Greeks, answering (with the exception of the double rhymes)
to that in which Chapman's Homer and many old English works
of the same kind are written. Tous, whose ears are babituated
to the very opposite melody of the Homeric hexameter, the
effect is by no means pleasing, especially as a studied imitation
of Homer is visible, principally in the narrative parts; we make
no doubt, however, that to the “like ears” of the Greeks it
sounds most“ sleek” and harmonious. Our critical proneness
to find fault is in a great measure disarmed by the occasion, and
therefore we shall not cominent with any great severity on M.
Maniakes' defects as a poet. He has read Homer to some
purpose, and the exhortations, similes, and epithets, with which
“Canares" is garnished, produce a most anomalous effect when
contrasted with the modern jingle of the metre. One of the
critics objected to a specimen of translation from Homer, which
appeared some years ago, in the manner of Scott's Marmion,
because he did not like to see “old Homer cut up into shreds
of verses ;" what would have been his sensations on seeing him
set to the tune of “A captain bold at Halifax ?"
As for instance :

ως ότ' αν δράκων δαφοινός, άρνα ημερωμένον
αρπάξη με τους όνυχας, και με οδόντας σχίση,
και μήτ' αφήση πρότερον, πριν φάγη, κάφανίση
ή πάλιν, ως βοσκός ανήρ, εις δάσος βαθύ βάλη
σπινθήρα, και αυτός έν στιγμή φλόξ γένηται μεγάλη,

κ. τ. λ.

P. 10.
ο δε Κανάρης χαίρων
υγρά κέλευθα έπλεε θαλάσσης-

ναϊς δ' έτρεχε ταχεία,
κόπτουσα κύμα πορφυρούν, καυτό, νηος ιούσης,

εις πρώραν μεγάλο ταχε, καλώς ποντοπoρoύσης. Ρ. 16. We subjoin a few extracts.

The first is from the passage immediately following the address of Canares to his fellow-warriors.

Είπε και όλος έπνεεν 'Αρην, κ' ελευθερίαν,
ές την πατρίδ' επιθυμών, να φέρη σωτηρίαν
ωσαύτως δε και οι λοιποί " Ηρωες, σύντροφοί του,
ταυτά εφρόνουν, θέλοντες να γένωσοπαδοί του

[ocr errors][ocr errors][ocr errors]

T« Puncto,” temporis-sc.

οι Ναύαρχοι δ εθαύμασαν, κ' επαίνεσαν τον ζήλον των αγαθών τούτων ανδρών, πατριωτών, και φίλων όθεν και συγκατένευσαν 'ς τούτο το ζήτημάτων. ας γένη, είπον, παρευθύς τούτο το θέλημα των τότε οι άνδρες 'κίνησαν, έξω να πορευθώσι, και πάντες εις Ηφαίστειον έμελλον να έμβώσι πλοίον, εις τον αιγιαλών πολυφλοίσβου θαλάσσης, άνδρες, πάντως το καύχημα, το της Ελλάδος πάσης. Ως όταν είς πανήγυριν, χορον, ή ευωχίαν, ή γάμον, ή's 'Απόλλωνος τερπνήν κιθαρωδίαν, έρχονται νέοι χαίροντες, κάδοντες γλυκών ύμνον, ούτως αυτοί ετέρποντο,’ς ακμήν τήν των κινδύνων ερχόμενοι, κ' ηδον καλόν Παιώνιόν τι μέλος,

'Αρήίον, ελεύθερον, κάνήκον προς το τέλος. The cessation of a storm is related as follows:

Τότε δε τον Ωκεανών, και τους βιαιωτέρους ανέμους, οπαδούς αυτού, θεούς αγριωτέρους των άλλων, ους Ωκεανός εις συμμαχίας τρόπος καλεί, οσάκις οργισθή κατ' ασεβών ανθρώπων, κήρυξ εκάλεσε Θεού, και προς αυτούς ελθόντας ούτως εδημηγόρησεν, εν συνελεύσει όντας: « 'Ωκεανέ, και οι λοιποί άνεμοι, την υψίστου ήδη φωνήν ακούσατε, Θεού πάντων μεγίστου μείς πάντες γινώσκομεν, κ' αυτόν ομολογούμεν πατέρ' ανδρών τε και θεών, κ' είς τούτο συμφωνούμεν αυτός μεν εκ του μηδενός προήγαγε τα πάντα, καιαείποτ' ακριβώς ορά του κόσμου τα συμβάντα: αυτός είπε γενέσθω φώς, κεγένετο εν τω άμα, χ ημείς πάντες θαυμάζομεν το μέγα τούτο τράγμα: αυτός εποίησεν υμάς θεούς τους κατωτέρους, κ' άλλον εις άλλο έθεσεν έργον, αλλ' ανωτέρους ανθρώπων υμάς έπλασεν, και εξουσίαν θείαν εις υμάς μόνους έδωκεν, ου δ' εις άλλον ομοίαν. *Ιδετε κάλλος Ουρανού, αστέρας τους μεγάλους, την "Αρκτον, τον Ωρίωνα, Πλειάδας, και τους άλλους ψυχρούς πλανήτας, και δεινώς κομήτας φλεγομένους, και τους μεν πάλιν σκοτεινούς, τους δε πεφωτισμένους Tδετε πλήθος τ' άπειρον των κόσμων, πώς κινούνται, και μ' ακατάληπτον ορμήν περιστροφοδινούνται πάντα μεν ταύτ' αείποτε φυλάττοντα εν τάξει ημείς δε υπακούομεν, εις ότι αυτός προστάξη τώρα μέν πλείστον επαινεί υμών την προθυμίαν, ότι ετιμωρήσατε Τουρκών την ασεβείαν

[ocr errors]

και γαρ ο Τερπικέραυνος μισεί βαρβαροσύνην,
βραβεύει δε την αρετήν, και την δικαιοσύνης
προστάζει δε να παύσητε εκ του θυμού σας τώρα,
και έκαστος ν' αναπαυθη 'ς το σπήλαιόν του ώρα

Είπε κ' ευθυς πρώτος αυτός ήρξατο να έβγαίνη,
έκαστος δε και των λοιπών εις οίκόν του πηγαίνει
οι άνεμοι εκόπασαν, ησύχασεν ο σάλος,
εχάθη πάραυθ' ο χειμών, και Πόντος και μεγάλος
όλος ακύμων γέγονε, και πανταχού γαλήνη:

η θάλασσα δ' εφαίνετο, ότ' ήτον κρυσταλίνη The achievements of the Suliotes and their Amazonian women are thus described :

Ως είπη Χάιδω, κ' έπνεεν όλη θυμού, και μένους,
θέλουσα να εκδικηθή ύβριν Ελλήνων γένους,
ήν Τούρκοι οι ασεβέστατοι ύβρισαν, δια χρόνον
πολύν, κ' εμόλυναν τα ιερά με φόνον.
αφού καλώς ωπλίσθηκε, κ' ήρξατο να βαδίζη
σεμνόν, ανδρείον βάδισμα, ως μαχητής εθίζει,
ως η Παλλάς εφαίνετο, ότε πανωπλισμένη
ορμά κατ' αδίκων ανδρών, πάσ' υπερθυμωμένη.
παρθένον ούσαν έτ' αυτήν, δια ανδραγαθίαν,
ο Βόζαρης ηγάπησεν, είς γαρ μονομαχίαν,
όταν 'Aλής ο Αλβανός κακόν ήγειρεν "Αρην,
πρότερον κατά Σουλιωτών, τον άγριον Μουχτάρης
αυτή ανδρείως έσφαξεν, αρχών των 'Αλβανίτων
δν ο Ηπείρου τύραννος, άνδρα των ανικήτων
νομίζων, φίλον ποίησεν, (ο πάντες άπορούσι,)
τύραννοι γαρ ουδέ τινα, φίλον αυτών ποιούσι,
αλλ' όταν που ελπίζωσι πλούτον αυτοί ναυρώσι,
και τους φιλτάτους σφάζουσι, και ιερά συλώσι,
χ όπως τιν' επιτύχωσιν αισχράν φιλοδοξίαν,
πάσαν ποιούσασέβειαν, πάσαν δολοφονίαν
ένεκα τούτου και Θεός, γένος των κακοτρόπων,
εξολοθρεύει σύρριζον τάχιστο, εκ των ανθρώπων.
ούτως "Ηρως νύμφην του, Χάϊδω την Ηρωίδα,
ηγάγετο την εύζωνον, καλήν θ' ως Ελληνίδα.
ως δε και πάσαι ωπλίσθησαν Σουλιώτιδες άνδρείαι,
θάμβος είχε τον βλέποντα, πώς φύσεις γυναικείαι,
θυμοειδείς εγένοντο φίλης υπέρ πατρίδος
άλλα δώρον τούτο Θεού, και γής της Ελληνίδος:
κατήστραπτεν ο οπλισμός, χαι περικεφαλαίαν,
ότ’ έκινούντο θούριον, Σουλιώτιδες γενναίαι:
ως ότ' αρίζηλος αστηρ λάμπει εις τον αιθέρα,

« ZurückWeiter »