Abbildungen der Seite
PDF
EPUB

Can sleep so soundly as the wretched slave;
Who, with a body fill'd, and vacant mind,
Gets him to rest, cramm'd with distressful bread;
Never sees horrid night, the child of hell ;
But, like a lackey, from the rise to set,
Sweats in the eye of Phæbus, and all night
Sleeps in Elysium ; next day, after dawn,
Doth rise and help Hyperion to his horse;
And follows so the ever-running year
With profitable labour, to his grave ;
And, but for ceremony, such a wretch,
Winding up days with toil, and nights with sleep,
Had the fore-hand and vantage of a king.
T'he slave, a member of the country's peace,
Enjoys it; but in gross brain little wots,
What watch the king keeps to maintain the peace,
Whose hours the peasant best advantages.

1843.]

MIDSUMMER-NIGHT'S DREAM. ACT 4. Sc. 1.

Her. God speed, fair Helena! Whither away?

Hel. Call you me fair ? that fair again unsay. Demetrius loves your fair : 0 happy fair! Your eyes are lode-stars and your tongue's sweet air More tuneable than lark to shepherd's ear,

κοιμώμεν', ουκ άν ύπνον ώδ' εύδοι γλυκύν ως άθλιός τις δούλος, δς το σώμα μεν πληρής, κενός δε φροντίδων, αναψυχής 30 ιών τάχ' εύρετ', επιπόνου μεστός βοράς: κούκ είδ' απεχθή νύκτα, Ταρτάρου γόνον, λάτρις δ' όπως τις, ηλίου κατ' όμμαεί, απαντολής έως αν αυ δύνη φάος, στάξας ιδρώτα νύχθ' όλην ευδαιμόνως καθεύδεν, είτα δ' εξ ύπνου μεθ' ημέραν ώρμησαναστάς ηλίου ζεύξων δίφρον, ούτω δε το τρέχοντι συντρέχων έτει έσταν θάνη κέρδιστον έσπευσεν πόνον. ούτος δ' ο τλήμων, σχημά γ' ει μηδεν παρήν, 40 κάμπτων πόνω μεν ημέρας, νύκτας δ' ύπνο, πάντως αν έζη βασιλέως κρείσσω βίον: όστις γε, δούλος ών περ, ειρήνης τυχών κοινής επηύρετ', αλλ' όμως, νωθρον φρονών, ουκ οίδ' όσον δεί βασιλέα τηρούντέχειν, όπως αεί βέβαιος ειρήνη μενει, ή βούκολον μέλλει τιν' αυξήσειν πλέον.

1843.]

ΕΡΜΙΑ. ΕΛΕΝΗ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ.
ΕΡΜ. ΕΛΕΝΗ καλή μοι, χαίρε που δ' αίρεις πόδα και
ΕΛ. καλήν μ' άρ' ειπας ; θάτερ' ει λέγοις πάλιν ;

ερα μεν ουν σού της καλής Δημήτριος,
ώ μακαρία συ καλλονής, σαι γάρ κόραι
ως άστρα μαρμαίρουσι, και το σον στόμα

When wheat is green, when hawthorn buds appear.
Sickness is catching ; 0, were favour so!
Yours would I catch, fair Hermia, ere I go;
My ear should catch your voice, my eye your eye,
My tongue should catch your tongue's sweet melody.
Were the world mine, Demetrius being bated,
The rest I'd give to be to you translated.
0, teach me how you look; and with what art
You sway the motion of Demetrius' heart.

Her. I frown upon him, yet he loves me still.
Hel. O, that your frowns would teach my smiles

such skill!
Her. I give him curses, yet he gives me love.
Hel. O, that my prayers could such affection move!
Her. The more I hate, the more he follows me.
Hel. The more I love, the more he hateth me.
Her. His folly, Helen, is no fault of mine.
Hel. None, but your beauty; 'Would that fault

were mine! Her. Take comfort ; he no more shall see my face; Lysander and myself will fly this place.Before the time I did Lysander see, Seem'd Athens as a paradise to me: O then, what graces in my love do dwell, That he hath turn'd a heaven into hell !

πνεύμ' ηδύ μέλπει μουσικώτερον κλύειν
η κόρυδος, ησπερ βουκόλων ανδρών γένος
γέγηθ' άκουον, ευταν η χλωρός σταχύς,
νέα δ' επανθη ταϊς ακάνθαισιν κάλυξ. 9
φεύ. είθ' ώφελο, ώσπερ αι νόσοι, προς τον πέλας
έρπειν το κάλλος, σήν όπως παρουσ' εγώ
μορφήν παρέλαβον, όμματομμάτων βλέπος,
τα δ' ώτα φωνήν, γλώσσα δ' αυ γλώσσης μέλι.
ει δ' ούν νέμoιμι γής μόνη παγκληρίαν,
τάλλ' αν προείμην πάντα πλην Δημητρίου
ώστ' εξ έμαυτού' σώμαμείψασθαι το σόν.
φέρ' ειπε, προς Θεών, πώς βλέπεις, ποίαις δε και

τέχναισι τάνδρός καρδίαν κατασχέθεις ;
ΕΡΜ. το γ' όμμα συννεφούσ'· ο δ' ουκ απείπέρών.
ΕΛ. πως ταύτ' έχoιμαν φαιδρά νιν σαίνουσ' εγώ ,
ΕΡΜ. αρών άποιν, έρωτί μ' ανταμείβεται.

21
ΕΛ. ως λιπαρούσα γ' ώφελoν ταυτου τυχεϊν.
ΕΡΜ. πλέον στυγούσαν πλέον αεί θηρά λαβείν.
ΕΛ. πλέον δ' έγωγο έρώσα πλέον έχθαίρομαι.
ΕΡΜ. ο δ' ει μέμηνεν, είτ' εμοί ψόγου μέτα ;
ΕΛ. μορφή γε τη ση· τόνδ' έχουμ' εγώ ψόγον.
ΕΡΜ. και μήν συ θάρσει τάμα γ', ώς ου μηκέτι

βλέψη μ' ένανται νυν γάρ, ως είδης, δοκεί
τώδ' ανδρί κάμοι τήσδ' άφορμάσθαι χθονός.
έμοί γάρ άστυ, πριν τον άνδρα τόνδ' ιδείν, 30
μακάρων έδραισιν εξ ίσου τιμώμενον
είτεκ φαεννού νερτερους πρέπει μυχούς:
τοιαίτε χάριτες νυμφίω τώμώ πάρα.

1 Cf. Εur. Bacch, 4. 2 Cf. Ed. Col. 320.

Lys. Helen, to you our minds we will unfold : To-morrow night when Phæbe doth behold Her silver visage in the watery glass, Decking with liquid pearl the bladed grass, (A time that lovers' flights doth still conceale) Through Athens' gates have we devis’d to steal.

Her. And in the wood, where often you and I Upon faint primrose-beds were wont to lie, Emptying our bosoms of their counsel sweet ; There my Lysander and myself shall meet : And thence, from Athens, turn away our eyes, To seek new friends and stranger companies. Farewell, sweet playfellow; pray thou for us, And good luck grant thee thy Demetrius !Keep word, Lysander : we must starve our sight From lovers' food, till morrow deep midnight.

« ZurückWeiter »