Abbildungen der Seite
PDF
EPUB

30

νύν δ' οι μέγα σθένοντες, οι πεδάρσιον
δεινήν τρέφοντες αντίπνουν τήνδε στάσιν,
τους δυσμενείς σφιν εξερευνώντων θεοί.
ούτος, τί δ' ουκ έφριξας, όστις έν φρεσί
ξύνοισθ' απύστοις άμπλακήμασι ξυνών,
δίκης άπληκτος: έρρε, χείρ μιαιφόνος,
κρύψον σύ σαυτήν, κρύψον, ώ ψευδωμότα,
λόγω μεν έσθλός, ανόσιος δ' έργοισιν ών·
καταρρακώθητ', ώ πανούργ', όστις λάθρα
έτλης υπελθών και το γ' ευπρεπές τρέφων
φονεύς γενέσθαι και παλαμναίος βροτών.
τ', ώ μιάσματένδον εσφραγισμένα,
κλείθρων λυθέντων τούσδ' ανειμένέμφόβους
σαίνειν χρεών κλητήρας, αλλά τάμα γάρ
πεπονθότ' έστι μάλλον ή δεδρακότα.

40

1838.]

ΝΥΝ εννοού καιρόν τιν', εύθ' ομορρόθουν
βρόμο βάδην έρποντι διατόρον κνέφας
πληροί μέγ' αμφιχαίνον αιθέρος κύτος.
κατ' ευφρόνην γάρ κοιλογάστορα ψόφος
βομβεί τις "Άρεως δίδυμος εν μεταιχμίοις,
άσημυπηχών ώστε τους τεταγμένους
σχεδόν δέχεσθαι φύλακας αλλήλων πάρα
ψιθυρούς λαθραίας ξυμβόλων παραλλαγάς.
φρυκτοι δε φρυκτούς αντιλάμπουσιν, φλόγα
ξανθην πνέοντες' ήν διοπτεύων Άρης
λυγαίον όμμα δέρκεται, διπλούς διπλούν.
πώλων δ' άρ', ως εναντίο έμβριμωμένων

10

Piercing the night's dull ear; and from the tents,
The armourers, accomplishing the knights,
With busy hammers closing rivets up,
Give dreadful note of preparation.
The country cocks do crow, the clocks do toll,
And the third hour of drowsy morning name.
Proud of their numbers, and secure in soul,
The confident and over-lusty French
Do the low-rated English play at dice;
And chide the cripple tardy-gaited night,
Who, like a foul and ugly witch, doth limp
So tediously away. The poor condemned English,
Like sacrifices, by their watchful fires
Sit patiently, and inly ruminate
The morning's danger; and their gesture sad,
Investing lank-lean cheeks and war-worn coats,
Presenteth them unto the gazing moon
So many horrid ghosts. O, now, who will behold
The royal captain of this ruin'd band,
Walking from watch to watch, from tent to tent,
Let him cry,—Praise and glory on his head !

πώλοις, φρυάγματουράνια, κόμπου πλέα, βάλλει δι' ώτων ευφρόνην· τους δ' ιππότας σκηνών έσωθεν οι σιδηροτέκτονες πανοπλία κοσμούσι, και σφυρών ύπο σπουδή σαγάς γομφούντες ευπαγώς έχειν δεινόν τιν' ήδη φροιμιάζονται κλόνον. οι δ' εξ άγρών όρνιθες άδουσιν λιγύ χαλκούς δε κλάζων όρθρον αγγέλλει βαθύν 20 κώδων, τετάρτου φύλακος ως κληρουμένου. και μήν εκεί μεν, ανδροπληθεία στρατου άβουλία τε κουφονώ γαυρούμενοι, Γαλατών και θερμός υψίφρων τάγαν λεώς τους ανθαμίλλους τους ίσους το μηδενί κύβοις διεμπoλώσιν εν δε κερτομεί βραδυσκελή τις ευφρόνην, οία σχολή . στυγνής αμόρφου τέν τρόπους αγυρτρίας είλύεται χωλόν πόδ' εξέλκουσ' οδό. οι δ', ώς θανούμεν' εύμαρή προσφάγματα, 30 άνδρες Βρεταννοι τλημόνως φρυκτοίς πάρα θακούσ, αγών' εώον εννοούμενοι ομού δ' έχοντες σχημά θ' ως λυπoυμένων, γνάθους τάσάρκους, κούκ αγύμναστον μαχών στολήν, Σελήνη νυκτός οφθαλμώ βλέπεις σκιών πρέπουσιν έμφόβων μιμήματα. νυν του πανωλούς τούδε τον σεμνόν στόλου λοχαγών εισιδών τις, ως σκηνήν τε και φρουρόν προς άλλοτ' άλλον ειλίσσει πόδα, πώς ουκ άν εύξαιτ', ώ θεοί, δότευκλεές 40 τοϊον γενέσθαι μηδ' ακήρυκτον κάρα και

For forth he goes, and visits all his host;
Bids them good-morrow, with a modest smile:
And calls them-brothers, friends, and countrymen.
Upon his royal face there is no note,
How dread an army hath enrounded him:
Nor doth he dedicate one jot of colour
Unto the weary and all-watched night:
But freshly looks, and overbears attaint,
With cheerful semblance and sweet majesty;
That every wretch, pining and pale before,
Beholding him, plucks comfort from his looks :
A largess universal, like the sun,
His liberal eye doth give to every one,
Thawing cold fear.

[1839.

KING HENRY VI. PART III. ACT 2. Sc. 5.

The battle fares like to the morning's war,
When dying clouds contend with growing light;
What time the shepherd, blowing of his nails,
Can neither call it perfect day, nor night.
Now sways it this way, like a mighty sea,
Forced by the tide to combat with the wind;
Now sways it that way, like the self-same sea,

στείχων γάρ ούν τον πάντα ποιμαίνει στρατόν, ασπάζεται δε σωφρόνως γελών άμα, και δη κικλήσκει ξυγγόνους, άνδρας φίλους, και ξυμπολίτας έν τρίτοις προσφθέγμασιν. έν του προσώπω γ' ευγενεί σημουκ ένι, οία ξύνοιδεν έγκυκλούμενος στρατώ ουδ' αυ τι φρουραίς παννύχoις παρειμένος ημειψε χροιάς άνθος· αλλ' οράν πρέπει υγιής: κόπον δε καρτερών υπερτρέχει, 50 άναξ τύραννον σχήμα φαιδρωπόν τ' έχων: ώστ', εί τις ώχρόν όμμα τήκεται τάλας, τούτον δεδορκώς, αυτόθεν θαρσύνεται: ου πρευμενής οφθαλμός, ώς τις ήλιος, κοινόν τι πάσιν εις πολύς χαρίζεται, ψυχρών φίλαις αυγήσι θερμαίνων φόβον.

1839.]

“Ο νυν προβαίνειν ως εωθινός δοκεί αγών, επεί φθίνοντα συμβάλλει μάχην νέφη προς ανατέλλοντος ηλίου φάος» επει δ' ο ποιμήν όνυχα θερμαίνων πνοαις ούτ' ευφρόνην τέλειον ούτ' ήμαρ καλεί. νύν μεν προσέρπει τηδ', όπως κλυδών μέγας, δς εξ ανάγκης ποντίας πλημμυρίδος ήλθ' είς έριν πρός πνεύμανύν δ' εκεί ρέπει,

21. Noctis tempus in quatuor excubias distributum fuisse docet auctor Rhesi :-και τετράμοιρον νυκτός φρουράν. 29. είλύεται. Vid. SOPH. Philoct. 291.

ειλιόμην δύστηνος εξέλκων πόδα. de eâque voce BUTTMM. Lexil. p. 274. 55. Vide S. C. THEBAS, V. 6.

E 5

« ZurückWeiter »