Abbildungen der Seite
PDF
EPUB

Renowned for their deeds as far from home,

(For Christian service, and true chivalry,)
As is the sepulchre in stubborn Jewry,
Of the word's ransom, blessed Mary's Son:
This land of such dear souls, this dear dear land,
Dear for her reputation through the world,
Is now leas’d out (I die pronouncing it)
Like to a tenement, or pelting farm:
England, bound in with the triumphant sea,
Whose rocky shore beats back the envious siege
Of watery Neptune, is now bound in with shame,
With inky blots, and rotten parchment bonds;
That England, that was wont to conquer others,
Hath made a shameful conquest of itself.
O, would the scandal vanish with my life,
How happy then were my ensuing death!

30

λαβόντες αίματός τε και γένους χάριν,
είτέν βροτοίς πρέπουσι, δωμάτων πρόσω,
σπουδής τε θείας ευγενούς τ' ευψυχίας
έκατι τιμηθέντες, ένθ' υπέρ βροτών
θανών εν Εβραίοισιν, αυθάδει λεω,
Μαρίας ο θείος υιός είληχεν τάφον.
καίτοι φίλη περ ούσα φιλτάτας τε γη
ψυχάς τρέφουσα και καλήν καρπoυμένη
δόξαν παρ' ανθρώποισιν, αλλ' όμως τα νύν
(λέγω δ' εν εκπνοαϊσι θανασίμους βίου)
εξημπόληται, πώς δοκείς, αλιγκία
γύαισιν ή φαύλοισιν οικητηρίοις:
ήτις προτού μεν παγκρατεί κλυδωνία
ξυνείχετο, ακτή δ' εισβολήν επίφθονον
κραταιλέως ήμύνετ' εναλίου Θεού
νύν δ' αυ ξυνέχεται χθών ατιμίας ύπο,
κηλίσι κηρίαισι και ξυνθημάτων
σαθραϊσι δέλτοις· η δε δεύρ' αεί βρoτους
φιλούσα νικάν νύν νενίκηται κακώς
αυτή προς αυτής· ει δε τούνειδος τόδε
φρούδόν ποτ' έσται ξυμμέτρως τα 'μώ βίω,
εύθυμος ήδη τλήσομαι το κατθανείν.

40

50

E

A

KING LEAR. ACT 3. Sc. 2.

Blow, winds, and crack your cheeks; rage, blow! You cataracts and hurricanoes, spout, Till you have drenched our steeples, drowned the cocks ! You sulphurous and thought-executing fires, Vaunt-couriers to oak-cleaving thunderbolts, Singe my white head! And thou, all-shaking thunder, Strike flat the thick rotundity o’the world; Crack Nature's moulds, all germens spill at once That make ingrateful man ! Rumble thy belly-full! Spit, fire! spout, rain ! Nor rain, wind, thunder, fire, are my daughters : I tax not you, you elements, with unkindness; I never gave you kingdom, called you children; You owe me no subscription: why then, let fall Your horrible pleasure: here I stand, your slave, A poor, infirm, weak, and despised old man: But yet I call you servile ministers, That have with two pernicious daughters joined Your high-engendered battles, 'gainst a head So old and white as this ! 0, 0, 'tis foul !

ΟΥΚ εία, πνεύματ, αγρίου φυσήματος
φείσεσθε μηδέν, μή ου διαρρήξαι γνάθους και
στρόμβοι ζάλαι τε, δυσχίμω πλημμυρίδι
αυτοϊσι ναούς αετούς ποντίζετε:
ίτ', αιθαλούσσαι φροντίδος ξυμπράκτορες
πρόδρομοι κεραυνών λαμπάδες δρυοκόπων,
πολιόν τόδ' αμόν κράτα πρήθοιτ' άν· συ δε,
βροντή τινάκτειρ', ευκύκλου σφυρηλάτει
παχύν πόλον γής, και φύσεως τυπώματα
διαρταμήσασ' έκχεον βλαστήματα

10 όσ' έξέφυσ' άπιστον ανθρώπων γένος. μεστη γενου βρέμουσ' επίρρηξoν δε, πύρ, κάχλαζε δ', όμβρε: πυρ γαρ ούτε πνεύματα ουκ όμβρον ου βροντήματεκφύσας έχω υμών κατέγνων ούποτ', ούκ, απιστίαν τυραννίδ' ούποτ' εισεχείρισ: ου τέκνοις υμάς ίσαντηύδων ποτ' ουδε τούμπαλιν υπουργίαν έμοί τιν' αντοφείλετε. προς ταύτ' επισκέπτοντες εμπλήσθητέ μου τα δεινά δούλοι δ' ενθάδ' υμίν έσταμεν, 20 γέρων άναρθρος, άμορος, ήτιμασμένος» καίτοι κικλήσκω δουλίους υπηρέτας, οι ξυν κακούργω παρθένων ξυνωρίδι ξυναρμόσαντες υψιγεννήτους μάχας του τηλικούδε κράτα λευκανθες τόδε

υβρίζεταισχρώς» πως γάρ ουκ αισχρόν τόδ' ήν ; ν. 4. Αristoph. Ανν. 1032. τας γαρ υμών οικίας ερέψομεν προς αετόν. v. 12. Soph. Ed. Col. 768. αλλ' ηνίκ' ήδη μεστός ήν θυμούμενος. v. 17. Soph. ΕΙ. 1478. ζώντας θανούσιν ούνεκ' ανταυδάς ίσα.

E 2

-Let the great Gods, That keep this dreadful pother o'er our heads, Find out their enemies now. Tremble, thou wretch, That hast within thee undivulged crimes, Unwhipt of justice. Hide thee, thou bloody hand, Thou perjured, and thou simular man of virtue That art incestuous. Caitiff, to pieces shake, That under covert and convenient seeming Hast practised on man's life! Close-pent-up guilts, Rive your concealing continents, and cry These dreadful summoners grace. I am a man More sinned against than sinning.

(1838.

KING HENRY V. ACT 4.

Now entertain conjecture of a time, When creeping murmur, and the poring dark, Fills the wide vessel of the universe. From camp to camp, through the foul womb of night, The hum of either army stilly sounds, That the fixed sentinels almost receive The secret whispers of each other's watch: Fire answers fire: and through their paly flames Each battle sees the other's umber'd face: Steed threatens steed, in high and boastful neighs

« ZurückWeiter »