Abbildungen der Seite
PDF
EPUB

βαιώ δε χρυσώ την χνοάζουσαν κόνιν
χρυσου προτιμάν του κόνει κεχρωσμένου:
ξυνών θ' έκαστος το ξυνόν σέβειν έφυ.
προς ταύτα, μη, φέριστε, θαυμάσης έτι,
οθούνε, αι νυν Ελλάδος πανηγύρεις
Αίαντα προσκυνούσι των γάρ αστάτων
φορά πέφυκεν εύμαρώς αλώσιμων
βρότειον όμμα, τοϊς δ' ακινήτοισιν ού.
βάξις μεν, ήπίδημος ην πάλαι σέθεν,
και νυν αν είη, και πάλιν γενήσεται,
εί μή συ κρύψεις σαυτόν εμψύχω τάφω,
σκηναϊς τε την σην κληδόν' εσφραγισμένην
φράξεις, και πολλά τηδ' αριστεύσας δορί,
στόλους και πράξας εν θεοίς επιφθόνους,
ο προς χερών άμιλλαν ορμήσας "Άρην.

50

1829.]

ΓΡΙΦΙΘΟΣ. ΚΑΘΑΡΙΝΑ.

ΓΡ. ΟΥΚ έσθ' όπως ου τιμιωτάτην φύσιν

ιερεύς όδ' έσχε, δυσγενής περ ών, όμως.
εκ σπαργάνων γάρ ήν μεν εν Μούσαις αεί,
τούτων τ' ακριβώς ήψατ' ήν δ' άγαν σοφός,
πιθανόν τενώμα και μελίγλωσσον στόμα.
τοϊσιν μεν έχθροίς δυσπροσήγορος, πικρός,
φίλοισι δ' ήδύς, ώσπερ ου θέρος ποτέ

And though he were unsatisfied in getting,
(Which was a sin,) yet in bestowing, Madam,
He was most princely. Ever witness for him
Those twins of learning that he rais'd in you,
Ipswich and Oxford! one of which fell with him,
Unwilling to outlive the good that did it;
The other, though unfinish’d, yet so famous,
So excellent in art, and still so rising,
That Christendom shall ever speak his virtue.
His overthrow heap'd happiness upon him ;
For then, and not till then, he felt himself,
And found the blessedness of being little :
And to add greater honours to his age
Than man could give him, he died fearing God.

Kath. After my death I wish no other herald,
No other speaker of my living actions,
To keep mine honour from corruption,
But such an honest chronicler as Griffith.
Whom I most hated living, thou hast made me,
With thy religious truth, and modesty,
Now in his ashes honour. Peace be with him !

20

ει δ' ούν απλήστως κερδέων εφίετο,
(ταύτη γάρ εξήμαρτεν, ουκ άλλως ερώ)
δούναι γε μέντοι και μάλ' άφθόνο χερι 10
πρόθυμος ήν, δέσποινα-Μαρτυρεί δέ μοι
τουδ' έργα τάνδρός, δίπτυχαι Μουσών έδραι,
σεμνή ξυνωρίς, υμίν ας καθείσατο,
Iψοίκε, και συ καλλίπυργΟξωνία
ών ή μεν αυτώ ξυμμέτρως διώλετο,
ου γάρ λελείφθαι του κτίσαντος ήθελε
η δ', ενδεής περ του τελεσθήναι γ' έτι,
ώδ' έστι κλεινή, και τέχνημυπέρσoφoν,
και δη τοσούτον αύξεται καθ' ημέραν,
ώστ' ουκ όλείται τούνομ', υμνήσει δέ νιν
γή πάσα, τούργου τούδ' αειμνήστου χάριν.
πεσόντα μέν νυν πλείστ' αν όλβίσαιμ', επει
το τηνίκ' ήδη τούτο μεν, χρόνω ποτέ
την αυτός αυτού καρδίαν εγνώρισε,
κάξευρ' όποιον κτημα το σμικρά φρονείν
μείζω δε δή τιν', ή κατ' ανθρώπου δόσιν,
τιμήν προσήψε τήνδ' ο γηράσκων χρόνος

έθνησκ' εν αυτώ τω θανείν σέβων Θεόν. ΚΑ. Ει γάρ θανούσ' εύροιμι τοιούτόν τινα

κήρυχ, δς έργα τάμα του βίου φράσει, 30
ακήρατόν τε δόξαν εύ περιστελεί,
σοί γ' εξ ομοίου πιστον αψευδες στόμα.
“Ον γάρ μάλιστα ζώνταπήχθαιρον βροτών,
των σων αληθεύσαντος αιδοίω φρενί
λόγων έκατι, κάνδίκου φρονήματος,
τιμώ θανόντα τούτον-ειρήνης τύχοι.

D

[blocks in formation]

Rom. He jests at scars, that never felt a wound.-But, soft! what light through yonder window breaks ! It is the east, and Juliet is the sun ! Arise, fair sun, and kill the envious moon, Who is already sick and pale with grief, That thou her maid art far more fair than she. Be not her maid, since she is envious : Her vestal livery is but sick and green, And none but fools do wear it. Cast it off. It is my lady! O! it is my love! 0, that she knew she were ! She speaks, yet she says nothing. What of that? Her eye discourses : I will answer it.I am too bold ! 'tis not to me she speaks : Two of the fairest stars in all the heaven, Having some business, do entreat her eyes To twinkle in their spheres till they return. What if her eyes were there, they in her head ? The brightness of her cheek would shame those stars, As daylight doth a lamp: her eye in heaven Would through the airy region stream so bright,

ΡΩΜΕΩΝ. ΙΟΥΛΙΑ.

ΡΩΜ. 'OYΛAΙΣ γελά τις τραυμάτων άπειρος ών.

τι χρήμα λεύσσω; τίς ποθ' υψόθεν δόμων
αυγή διηξεν ; ηλίου μεν αντολαι
φάος τόδ' έστιν, ήλιος δ' 'Ιουλία.
αλλ' είεγείρου καλλιφεγγες ήλιε,
φθονεράν σελήνην φθείρε, και γάρ άλγεσι
τέτηκεν ήδη πάσα και μαραίνεται,
σού της γε δούλης καλλονή νικωμένη.
μή νύν φθονούση τήδε δουλεύσης έτι:
και παρθένειον ήν σ' επαμπίσχει στολήν, 20
χλωρά γάρ έστι και σαθρά, μόνοι δέ νιν
μωροι φορούσιν, ώς τάχιστέκδυε συ.
δέσποιν' έμή πέφηνε, καρδίας έμής
τα φίλταθ'· ώς τόδ' ώφελε ξυνειδέναι.
φωνεί τι, φωνεί, κουδέν είφ' όμως τι μήν;
όσσων με σαίνει φθέγμ', εγώ δ' αμείψομαι.
τί δήτ' αναιδής είμ'; έμ' ου προσεννέπει,
εν ουρανώ γάρ ολα καλλιστεύεται
άστρω τιν' ασχολούντε της νεάνιδος
λίσσεσθον όμματ, έστ' αν εκνήσθον πάλιν, 20
εν τoίσιν αυτών εγκαταυγάζειν κύκλοις.
τί δ' ει μετοικισθέντεν αιθέρος πτυχαίς
τα μέν γένοιτο, τώ δε παρθένου κάρα
πρός δή φαεννήν παρθένου παρηίδα
μαυροίτ' άν άστρα, λαμπάς ως παρ' ήλιον,
μετάρσιός τ' οφθαλμός αιθέρος διά
πέμποι σέλας τηλαυγές, ορνίθων μέλη

1

D 2

« ZurückWeiter »