Abbildungen der Seite
PDF
EPUB

But you must know, your father lost a father ;
That father lost his; and the survivor bound,
In filial obligation, for some term
To do obsequious sorrow : but to perséver
In obstinate condolement, is a course
Of impious stubbornness; 'tis unmanly grief:
It shews a will most incorrect to heaven;
A heart unfortified, or mind impatient;
An understanding simple and unschoold:
For what we know must be, and is as common
As any the most vulgar thing to sense,
Why should we, in our peevish opposition,
Take it to heart? Fie! 'tis a fault to heaven,
A fault against the dead, a fault to nature,
To reason most absurd; whose common theme
Is death of fathers, and who still hath cried,
From the first corse, till he that died to-day,
This must be so.

[1849.

JULIUS CÆSAR. ACT 1. Sc. 1.

Mar. WHEREFORE rejoice? What conquest brings

he home? What tributaries follow him to Rome, To grace in captive bonds his chariot wheels ?

ορθώς προσάπτεις' αλλά δε σκοπεϊν τόδε:
και σος πατήρ γάρ πατέρ' απώλεσέν ποτε,
πρότερον ομοίως αυτόν έστερημένον·
και τους έτ' όντας, οία δή τέκνοις πρέπει,
άγοντας ήμαρ λυπρόν ευσεβέστατα 30
έδει κτερίζειν τους αεί τεθνηκότας.
το δ' άνδρα λίαν δυσφορείν λυπούμενον
αυθαδίαν τοι πάσι τούτ' όφλισκάνει:
ουδ' ευσεβές γάρ, αλλ' άνανδρίας κακής:
όθεν θέλημα και μάλ' εξελέγχεται
ακόλαστον εις Θεόν, καρδία τ' αμήχανος,
ή νους αναιδής, άμα δ' απαίδευτοι φρένες.
ον γάρ τις οίδεν όνταναγκαίον πότμον
και κοινόν ώς τι τών μάλιστείθισμένων 39
προς όμματ' έλθεϊν πραγμάτων καθ' ημέραν,
πώς αντιτείνειν δυσλόφως τ' άγειν πρέπει και
έπει τοιούτος εις Θεόν θ' αμαρτάνει
κείς τους θανόντας και φύσιν βροτών ομού,
λόγου δ' άπέστη πλείστ' επεί λόγος φιλεί
πατέρων διδάσκειν θάνατον, από δε του βροτών
πρώτον θανόντος ες τον έν τήδ' ημέρα
θρήνοισιν άει τους νεκρούς οδύρεται,
« Ουκ έσθ' όπως τάδ' ου γενήσεται ποτε.

1849.]
ΜΑΡ. Τι χάρμα και ποιον νόστιμον φέρει κράτος και

πομπήν τίν' αιχμαλωτίδ' εις Ρώμην άγει,
οχήματος τροχοίσι δεσμίαν χάριν ;

1 Cf. Soph. Elect. 355 : ώστε το τεθνηκότι | τιμας προσάπτειν, κ. τ.λ.

You blocks, you stones, you worse than senseless

things!
O you hard hearts, you cruel men of Rome,
Knew you not Pompey ? Many a time and oft
Have you climb'd up to walls and battlements,
To towers and windows, yea, to chimney-tops,
Your infants in your arms, and there have sat
The live-long day, with patient expectation,
To see great Pompey pass the streets of Rome:
And when you saw his chariot but appear,
Have you not made an universal shout,
That Tyber trembled underneath her banks,
To hear the replication of your sounds,
Made in her concave shores?
And do you now put on your best attire ?
And do you now cull out a holiday ?
And do you now strew flowers in his way,
That comes in triumph over Pompey's blood ?

Be gone;

Run to your houses, fall upon your knees,
Pray to the gods to intermit the plague
That needs must light on this ingratitude.

Flav. Go, go, good countrymen, and, for this fault,
Assemble all the poor men of your sort ;
Draw them to Tyber banks, and weep your tears
Into the channel, till the lowest stream
Do kiss the most exalted shores of all.

ώ ξύλα, πέτροι τε, κεί τι τώνδ' άνoυστερον,
ώ δεινά Ρώμης θρέμματ, ώ σκληραί φρένες,
Πομπεϊον ουκ έγνώκαθ' , οί γε πολλά δη
τοίχων επεμβαίνοντες, ήδ' έπαλξέων,
πύργων τε θυρίδων τ', αλλά κάετών έπι,
αυτοϊσι νηπίοισιν, ώδε τλημόνως
πανήμεροι κάθησθ' άν, ει Ρώμης οδούς

10
τον κλεινόν άνδρα διαπερώντίδoιτέ πως:
οπότε δ' ες όψιν και πρόσω δίφρος μόλοι,
ξύμπαντες εν τώδ' ουχί πάγκοινον βοήν
έπωρθιάζεθ', ώσθ' υπ' όχθαισιν τρόμο
πτηξαι Θύβριν κλύουσαν, εν κοίλαις όσος
ακταΐσιν υμίν άντεφώνησεν κτύπος ;
είσ' ένδυτοι τανύν γε κάλλεσιν πέπλων,
τόδ' ως εορτήν ήμαρ εξαιρεϊσθ' άγειν ;
και τώδε νύν έστρώσατάνθεσιν στίβον
το γ' εν σφαγαίς χλίoντι Πομπείου περάν και
αλλ' εκποδών απέλθετ' εις οίκους δρόμο, 21
και προσπίτνοντες γονυπετείς έδρας θεούς
λιταίς σεβίζετ', ήν απείρξωσιν νόσον

την εμπεσείν μέλλουσαν ώδ' αγνώμοσιν. ΦΛΑ. Ω ξυμπολίται, τήσδ' αμαρτίας ύπερ

ουκ εί? αθροίσεθ' όστις ως υμείς ανήρ
πένης κέκληται, και προσελθόντες πέλας
Θύβριδος παρ' όχθας τέγξετ' εις κρουνόν λίβη
ξύμμικτα δακρύων, ές τ' αν αι κάτω ροαι
θόρωσ' επ' άκτάς τας μάλισθ' υπερτάτας; 30

MERCHANT OF VENICE ACT 5. Sc. 1.

LORENZO.

JESSICA.

Lor. How sweet the moon-light sleeps upon this bank! Here will we set, and let the sounds of music Creep in our ears; soft stillness and the night, Becomes the touches of sweet harmony. Sit, Jessica: look how the floor of heaven Is thick inlaid with patines of bright gold; There's not the smallest orb, which thou behold'st, But in his motion like an angel sings, Still quiring to the young-eyed cherubims : Such harmony is in immortal souls ; But, whilst this muddy vesture of decay Doth grossly close it in, we cannot hear it. Come ho, and wake Diana with a hymn ; With sweetest touches pierce your mistress' ear, And draw her home with music.

Jes. I am never merry when I hear sweet music.

Lor. The reason is, your spirits are attentive: For do but note a wild and wanton herd, Or race of youthful and unhandled colts, Fetching mad bounds, bellowing, and neighing loud, Which is the hot condition of their blood; If they but hệar perchance a trumpet sound, Or any air of music touch their ears,

« ZurückWeiter »